07/12/2011

Μαμά, η Στέγη

Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση έχει καταφέρει κάτι θαυμαστό μέσα στον 1.5 χρόνο λειτουργίας της – την δημιουργία της πιο ποικιλόμορφης βάσης κοινού που μπορεί να συναντήσει κανείς σε οποιονδήποτε χώρο στην Αθήνα.
Περνώντας κανείς  έξω από το κτήριο, λίγο πριν ανοίξει για το κοινό, φανταζόταν ότι η Στέγη θα ήταν κάτι σαν το Μέγαρο του 2010. Ένα Μέγαρο και για τη μουσική και για το θέατρο.
Μέχρι στιγμής, όμως, τόσο ο προγραμματισμός των εκδηλώσεων, όσο και οι ίδιοι οι θεατές έχουν αποδείξει το αντίθετο.  Αν βρεθεί κανείς σε κάποια παράσταση ή συναυλία, πιθανότατα να νοιώσει ένα συναίσθημα παρεμφερές με αυτό του να βρίσκεσαι σε παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών – κυρίες με πέρλες, νέοι με αθλητικά, άντε και κανένα ποδήλατο, μπύρες και τσιγάρα στο χέρι λίγο πριν την είσοδο στο χώρο.
Όλα αυτά, βέβαια, με ένα φόντο που παραείναι κυριλέ για τα γούστα της υποφαινόμενης (ίσως ΚΑΙ για το προφίλ που γίνεται προσπάθεια να προωθηθεί), αλλά δεν είναι αυτό το προς συζήτηση θέμα.
Ο προγραμματισμός της Στέγης μέχρι στιγμής βρίσκεται σε ένα αρκετά ευφυές μεταίχμιο εμπορικού και πειραματικού – ή καλύτερα πειραματικού που πλέον λόγω χρόνων παρουσίας στο χώρο ή μαζικής αποδοχής του κοινού τείνει να γίνει εμπορικό.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκαν και οι παραστάσεις δύο κειμένων της Μαργαρίτας Καραπάνου «Μαμά – η ζωή είναι αγρίως απίθανη» σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου.  Κείμενα της Καραπάνου οφείλω να ομολογήσω πως δεν είχα διαβάσει, αλλά παραστάσεις της Άντζελας Μπρούσκου έχει τύχει να δω πολλές.
Τα συστατικά στοιχεία του όλου πονήματος είχαν ενδιαφέρον – κυρίως η επιλογή ενός κειμένου ελληνικού, αλλά όχι θεατρικού, για παράσταση στην κεντρική αίθουσα της Στέγης (χωρητικότητας 880 θέσεων). Επιλογής πολύ συγκεκριμένης και στοχευμένης, όπως είπε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Παπαδημητρίου, σε συνέντευξή του στην Athens Voice:
«Πρέπει οι καλλιτέχνες να ξεφύγουν από τη μιζέρια, από τη διάθεση να κάνουν το μικρό. Τους είπα ή στη μεγάλη σκηνή ή δεν θα το κάνετε καθόλου» (τεύχος 1/12/11).
Η Άντζελα Μπρούσκου είναι μια σκηνοθέτης που θα μπορούσε να φέρει σε πέρας το εγχείρημα – ανήκει ακόμα στο «πειραματικό» (εναλλακτικό, ερευνητικό – πείτε το όπως θέλετε) θέατρο,  αλλά έχει αρκετές ώρες πτήσης σε μεγάλους χώρους και έχει τύχει σημαντικής αποδοχής από τα ΜΜΕ. Στα «συν» της συνταγής η Μόνικα, νεαρή μουσικός που τα τελευταία χρόνια έχει γεμίσει από μικρούς χώρους μέχρι και το Θέατρο Βράχων σε συναυλίες της και έχει κάνει (σχεδόν) τους πάντες να ασχοληθούν μαζί της.
Το τρίπτυχο Καραπάνου, Μπρούσκου, Μόνικα και το δυναμικό τμήμα επικοινωνίας της Στέγης γέμισαν τοίχους και σελίδες εφημερίδων και περιοδικών με αφίσες και δημοσιεύματα. Όπως επίσης ΚΑΙ την μεγάλη σκηνή του χώρου σχεδόν όλες τις ημέρες παραστάσεων.
Παρ΄ όλα αυτά, κάτι δεν κόλλησε. Η δραματουργική επεξεργασία των κειμένων από τις δύο πρωταγωνίστριες (Μπρούσκου και το alter-ego
της, Παρθενόπη Μπουζούρη) παρουσίασε αρκετά κενά. Το ίδιο και η διαρκής εναλλαγή των ρόλων μητέρας και κόρης από τις δύο ηθοποιούς που δεν ήταν πάντοτε σαφής.
Τα στοιχεία που θεωρώ τα πιο ενδιαφέροντα στην εκτέλεση της συγκεκριμένης παραγωγής είναι ο χώρος που δημιούργησε ο Γκάι Στεφάνου – μια σκηνική εγκατάσταση με ανδρικές κούκλες στημένες ατάκτως πάνω στη σκηνή μαζί με πολλούς καθρέφτες – και η ερμηνεία της Παρθενόπης Μπουζούρη, μιας ηθοποιού που κάθε φορά ανταποκρίνεται στις προκλήσεις που της τίθενται. Αυτό που όμως κρατώ πιο πολύ είναι η θέση της Στέγης απέναντι σε αυτή την παραγωγή (και, εικάζω, στο σύγχρονο Ελληνικό θέατρο).

27/11/2011

Ο Γαλαξίας των blitz

Ο Γαλαξίας
σκην. blitz
Μουσείο Μπενάκη (κτήριο οδού Πειραιώς)

 Οι blitz είναι από τις λίγες θεατρικές ομάδες που παρακολουθώ σχεδόν εμμονικά. Νομίζω ότι δεν έχω χάσει ούτε μια παράστασή τους.
Αυτό που με ενθουσιάζει σε κάθε δουλειά τους είναι ότι συνέχεια δοκιμάζουν κάτι διαφορετικό σε επίπεδο φόρμας – ένα στοίχημα που μπορεί καμιά φορά να μην πετύχει, αλλά δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει το ρίσκο κ να βγάλει το καπέλο στην ομάδα.
Οι blitz έχουν δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα. Έχουν κάνει περφόρμανς one-to-one,  όπου το κοινό έμπαινε ένας-ένας σε διαφορετικά δωμάτια και είχε μι προσωπική «εμπειρία» με έναν ηθοποιό, έχουν πάρει το κοινό και το έχουν βγάλει στο δρόμο, το έχουν καλέσει «επίσκεψη» στο σπίτι που έμεναν και πέρσι το είχαν βάλει μέσα στην κεντρική αίθουσα του bios, ενώ εκείνοι έπαιζαν στο δρόμο, δίνοντας την δυνατότητα να τους παρακολουθήσει κανείς μόνο μέσω ενός ζευγαριού ασύρματων ακουστικών.

Η τελευταία τους παράσταση, ο Γαλαξίας συνεχίζει τις παραστάσεις του για δεύτερη σαιζόν φέτος στο Μουσείο Μπενάκη.
Ο Γαλαξίας ουσιαστικά είναι μια σειρά ανθρώπων, αντικειμένων και ιδεών που επιστρέφουν στη σκηνή για να διηγηθούν με ελάχιστες λέξεις τη ζωή τους: σκηνοθέτες, ποιητές, τραγούδια, αντικείμενα, λέξεις, διαφημίσεις.
Φουκώ, Στιμορόλ, Κοκό Σανέλ, Δον Κιχώτης, Αλίκη Βουγιουκλάκη, παγουρίνο, Ντανταϊσμός, Καράτε Κιντ, Ντοστογιέφσκι, Τσώρτσιλ.
Για τέσσερεις ώρες οι ηθοποιοί της ομάδας ενσαρκώνουν διαδοχικά έναν ατέλειωτο κατάλογο με ανθρώπους και αντικείμενα που πλέον έχουν χαθεί. Το κοινό μπορεί να έρθει και να φύγει όσες φορές επιθυμεί μέσα σε αυτές τις ώρες και επιστρέφοντας θα βρεθεί μέσα σε αυτή την ατέρμονη λούπα.
 

Σκηνοθεσία-Δραματουργία: ομάδα blitz (Γ.Βαλαής, Α.Παπούλια, Χ.Πασσαλής)
Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Ηθοποιοί: Άρης Αρμαγανίδης, Γιώργος Βαλαής, Ελένη Καραγιώργη, Ελίνα Λούκου, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Χρήστος Πασσαλής, Νίκος Φλέσσας

Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο οδού Πειραιώς
Ημέρες παραστάσεων: 3, 4, 10 & 11 Δεκεμβρίου &  14, 15, 28 & 29 Ιανουαρίου
Ώρα έναρξης: 20:00
Τιμές εισιτηρίων: € 15, € 10

25/11/2011

Ρώσικη Ρουλέτα

Τσέχωφ, Ρώσικη Ρουλέτα
σκην. Λίλη Μελεμέ
ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης

O
Τσέχωφ είναι ιδιαίτερος συγγραφέας.
Έτσι, συνήθως τον προσεγγίζει κανείς είτε αν είναι «φτασμένος» σκηνοθέτης, είτε ερασιτέχνης. Πιο συγκεκριμένα, με τα μονόπρακτά του έχει τύχει να ασχοληθούν περισσότερο ερασιτεχνικοί θίασοι και φοιτητές.
Οπότε όταν άκουσα ότι το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης θα ανέβαζε τα κωμικά μονόπρακτα Η Αρκούδα, Πρόταση Γάμου και οι Βλαβερές Συνέπειες του Καπνού κάτω από τον τίτλο «Ρώσικη Ρουλέτα», ξίνισα τη μούρη μου. Ποιος ασχολείται με αυτά πια, σκέφτηκα.

Και πόσο λάθος έκανα. Γιατί η παράσταση που έχει χτίσει η Λίλη Μελεμέ απέχει μακράν από το να είναι μια ακόμη ηθογραφία της εποχής  - πράγμα το οποίο δυστυχώς συμβαίνει συχνά σε παραστάσεις του Τσέχωφ. Η Ρώσικη Ρουλέτα είναι πιο επίκαιρη από τα περισσότερα σύγχρονα κείμενα.
Έχοντας 3 ηθοποιούς απόλυτα κουρδισμένους με το σκηνοθετικό της στυλ,  με ενέργεια και εκφραστικότητα, και βοηθούμενη από τα υπέρκομψα και α-χρονικά κουστούμια και σκηνικά της Ελένης Δουνδουλάκη, η Λίλη Μελεμέ έφτιαξε μια παράσταση
απόλυτα σύγχρονη και καθολική, πατώντας πάνω στις γερές βάσεις του ρώσικου θεάτρου που έχει πάρει από το Στάθη Λιβαθινό και την πρώην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης/ Black Box
Πειραιώς 206, Ταύρος
Σάββατο 26 Νοεμβρίου στις 21:30 

&
Κυριακή 27 Νοεμβρίου στις 20:00

03/11/2011

Ο Συγγραφέας του Tim Crouch

Tim Crouch, Ο Συγγραφέας
σκην. Παντελής Δεντάκης
Θέατρο του Νέου Κόσμου

Για τον Tim Crouch άκουγα χρόνια από φίλους που σπούδαζαν ή έμεναν στην Αγγλία. Είχα ψάξει, είχα διαβάσει κείμενά του, αλλά η αλήθεια είναι πως τέτοιου είδους θέατρο έχει περισσότερο νόημα να το δεις παρά να το διαβάσεις. Για τον πολύ απλό λόγο ότι είναι σε απόλυτη συνάρτηση με την παράσταση την ίδια - δεν είναι κείμενο προς ανάγνωση.

Πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να τον δω ζωντανά πέρσυ στο bios όπου παρουσίασε δύο από τις πιο γνωστές του δουλειές, το An Oak Tree και το My Arm. Ενθουσιάστηκα πραγματικά από την ευφυΐα αυτού του ανθρώπου. Με το πόσο έξυπνα έπαιζε με τη θεατρική σύμβαση και με την αμεσότητά του. ‘Ήταν εκεί. Παρών και εκπληκτικά διαθέσιμος να παίξει και να αντιδράσει με αυτό που συνέβαινε εκείνη τη χρονική στιγμή.

Όταν πήρα, λοιπόν, το δελτίο τύπου του Θεάτρου του Νέου Κόσμου για την παρουσίαση του Συγγραφέα ( The Author) σε διασκευή από μερικούς από τους πιο δημιουργικούς και ενδιαφέροντες ηθοποιούς της «νέας» γενιάς, ξαφνιάστηκα.

Και εξηγούμαι:

Στο Συγγραφέα δεν υπάρχει σκηνή και θεατές. Ο σκηνικός χώρος όπως υπαγορεύεται από τον Crouch είναι 2 κερκίδες αντικριστά τοποθετημένες, τόσο κοντά η μία στην άλλη που αν είσαι ψηλός και κάθεσαι στην πρώτη σειρά τα γόνατά σου ακουμπούν τα πόδια του απέναντι. Ανάμεσα στο κοινό κάθονται και οι τέσσερεις ηθοποιοί του έργου, ο χαρακτήρας του Tim Crouch (που λέγεται Tim Crouch), μια γυναίκα «ηθοποιός», ένας άνδρας «ηθοποιός»  και ένας άνδρας «θεατής». Οι χαρακτήρες, δηλαδή, του έργου έχουν τα ονόματα των ηθοποιών που τους πρωτοερμήνευσαν.

Οπότε η άλλη σημειολογική προέκταση του να πει ο Tim Crouch “Με λένε Tim Crouch” είναι άλλη από το να πει ο Γιάννος Περλέγκας “Με λένε Tim Crouch”. Αυτομάτως μπαίνει η θεατρική σύμβαση ανάμεσα στο κοινό και τους ηθοποιούς - “τώρα βλέπω θέατρο”. Το παιχνίδι με τη σύμβαση του τι είναι αλήθεια, τι είναι θέαμα συνεχίζεται καθόλη τη διάρκεια της παράστασης. Αποκορύφωμα ο τελευταίος μονόλογος του “Συγγραφέα” όπου το κοινό στο σκοτάδι ακούει μια περιγραφή τόσο ανατριχιαστική που αν την άκουγε από τον Crouch (που ‘διατείνεται’ ότι είναι ο Crouch) μπορεί κάλλιστα να σηκωνόταν να φύγει. Τώρα όμως την ακούει από τον Περλέγκα που λέει ότι είναι ο Crouch. Άρα θέατρο.

Ένα επιπλέον κόλλημα στο να τσουλήσει το όλο εγχείρημα είναι ο υποκριτικός κώδικας των ελλήνων ηθοποιών. Δυστυχώς, δεδομένου του ότι σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει ούτε παράδοση ούτε σχολή που να διδάσκει πως παρουσιάζεται (;), υποστηρίζεται (;) η περφόρμανς ως είδος, η πραγματική αμεσότητα είναι κάτι που έχει κατακτηθεί από ελάχιστους ηθοποιούς. Οπότε και εδώ, παρ’ όλη την προσπάθεια που είναι εμφανέστατη, νοιώθεις ότι λένε λόγια. Δεν ‘είναι’ ο ρόλος. Μοναδική εξαίρεση ο Μάκης Παπαδημητρίου (ο “θεατής”) που υπάρχει απλά και αβίαστα σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Για να μην παρεξηγηθώ - θεωρώ το Περλέγκα έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς που έχουμε αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. (προσοχή: Ηθοποιούς. Όχι περφόρμερ).

Αν έχει πάει, λοιπόν, κανείς να δει την παράσταση χωρίς να γνωρίζει την ιστορία του κειμένου και του συγγραφέα,  αν δεν είναι θεατρολόγος ή άνθρωπος που παρακολουθεί πολύ θέατρο, μάλλον θα βρεθεί σε μια ελαφρά δύσκολη θέση του να παρακολουθήσει μια παράσταση που δεν είναι παράσταση, με μια σκηνή που δεν έχει σκηνή. Θα κληθεί να συμμετέχει λίγο στη δράση, αλλά μετά θα πρέπει να καθίσει και να ακούσει μια ιστορία που σίγουρα θα τον ζορίσει ψυχολογικά αρκετά.

Χαζεύοντας το πρόγραμμα της σαιζόν του Θεάτρου του Νέου Κόσμου είδα ότι η Έλενα Πέγκα θα ανεβάσει στον ίδιο χώρο το My Arm με τη Θεοδώρα Τζήμου. Ενώ επίσης έχω ακούσει ότι ο ίδιος ο Crouch θα επιστρέψει στο bios φέτος με μια άλλη περφόρμανς του, το I, Malvolio. Οπότε σίγουρα θα ξανασυζητήσουμε την περίπτωση του ιδιοφυούς αυτού Βρετανού.

Θέατρο του Νέου Κόσμου (Δώμα)
Από 6/10/2011 μέχρι 29/1/2012
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο: 21:00
Κυριακή: 19:30
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 20€, Φοιτητικό 15€
http://www.theatroneoukosmou.gr/season/siggrafeas

25/10/2011

Μετά (τι;)

Η σαιζόν έχει ξεκινήσει εδώ κ κάποιες εβδομάδες. Η υποφαινόμενη έχει ξεχυθεί στα θέατρα βλέποντας παραστάσεις. Πολλές παραστάσεις. Και ενώ οι σκέψεις μου γύρω από τα όσα έχω παρακολουθήσει  είναι πολλές, δεν μπορώ παρά να διστάσω να τις ανεβάσω σ’ αυτόν εδώ το χώρο.
Η βασική μου σκέψη είναι πώς θα πάει η χρονιά και ποιος θα πάει θέατρο.
Οι περισσότεροι χώροι έχουν κάνει αυτό που οποιοσδήποτε «λογικός» καλλιτέχνης (λάθος, «σωστός» καλλιτέχνης) θα έκανε: έχουν γεμίσει τη χρονιά με παραστάσεις, εκδηλώσεις, προβολές και ημερίδες. Και πολύ καλά κάνουν.
Ναι, ο κόσμος «χάνεται», όπως γράφουν και οι περισσότεροι συνάδελφοι στα μπλογκ τους. Αλλά ειδικά σε αυτούς τους καιρούς, ο κόσμος αναζητά διεξόδους στην τέχνη. Και δεν μιλώ για παραστάσεις που θα τους κάνουν να γελάσουν (ίσα-ίσα αυτές είναι συνήθως και οι πιο ακριβές), αλλά σε θεάματα που θα τους κάνουν να σκεφτούν, να προβληματιστούν και να δράσουν. Γιατί αυτό είναι το θέατρο – η πιο κοινωνική και ομαδική τέχνη και ως δημιουργία και ως αποτέλεσμα.

Μετά
Της Έλλης Παπακωνσταντίνου

Ομάδα
ODC

Σε ένα παλιό βυρσοδεψείο, χωμένο βαθιά στα στενά μεταξύ Ιεράς Οδού και Πέτρου Ράλλη (κάποτε το μεγαλύτερο βυρσοδεψείο των Βαλκανίων, όπως διαβάζω στο δελτίο τύπου) διαδραματίζεται η νέα δουλειά της Έλλης Παπακωνσταντίου, Μετά. Μια παράσταση με θέμα την καταστροφή και την εποχή μετά από αυτή.Η διαδρομή του να φτάσει κανείς εκεί και το περιβάλλον το ίδιο είναι η τέλεια εισαγωγή – το απόλυτο βομβαρδισμένο τοπίο. Το Βρυσοδεψείο είναι ίσως ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτήρια που έχω δει τα τελευταία χρόνια σ’ αυτή την πόλη, αν και είμαι σίγουρη ότι η περιοχή του Βοτανικού και του Ελαιώνα έχει πολλά τέτοια.

Η υποδοχή και αρχή της παράστασης γίνεται σε ένα μακρόστενο χώρο, όπου οι θεατές αναμένουν καθισμένοι σε καναπέδες και σκαμπώ από χαρτόκουτα τρώγοντας γλυκά ποπ-κορν από καλαθάκια δεμένα στα κεφάλια 2 χορευτριών. Κάπου εκεί ξεκινά η περιπλάνηση στο κτήριο. Τα περίπου 20 άτομα που είδαν την παράσταση μαζί μου περπάτησαν από τον εξωτερικό χώρο και μπήκαν στο κυρίως κτήριο από την εξωτερική πόρτα για να έρθουν σε επαφή με σώματα ξαπλωμένα στο δάπεδο, σαν πτώματα. Πιο πέρα καθίσαμε και παρακολουθήσαμε ένα χοροθεατρικό απόσπασμα, όπου οι χορεύτριες κινιόντουσαν ανάμεσα στις κολώνες μέσα σε μια κατασκευή (ρηχής) πισίνας με εντυπωσιακούς φωτισμούς. Τέλος, ανεβήκαμε στον τεράστιο πρώτο όροφο του κτηρίου όπου διαδραματιζόταν το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης. Θέμα της δράσης αυτής ήταν τα γυρίσματα μιας κινηματογραφικής ταινίας, όπου κάποιοι ηθοποιοί, καθοδηγούμενοι από τον σκηνοθέτη τους, ετοιμάζουν μια ταινία με θέμα το τέλος του κόσμου - το τέλος του καπιταλισμού, το τέλος του προφήτη, το τέλος της ανοχής, όπως αναφέρει η σκηνοθέτης. Λίγο πριν την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο «σκηνοθέτης» διακόπτει το γύρισμα και εγκαταλείπει το πλατώ, αφήνοντας τους ηθοποιούς μόνους να ολοκληρώσουν την ταινία.


Συνειρμικά το κινηματογραφικό πλατό του Μετά μου θυμίζει την παράσταση της Αριάν Μνουσκίν στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών, όπου ο θεατής παρακολουθούσε κ πάλι τα γυρίσματα μιας ταινίας, βουβής αυτή τη φορά. Η περφόρμανς στο σύνολό της έχει ενδιαφέρουσες εικόνες και μια Βάλια Παπαχρήστου εξαιρετική. Η μοναδική μου προσωπική ένσταση έγκειται στο ότι δεν έγινε πραγματική χρήση αυτού του εκπληκτικού κτηρίου – σίγουρα πάντως όχι τέτοια που να μπορεί να χαρακτηρίσει το θέαμα ως
site specific. Σε κάθε περίπτωση, όσοι πιστοί τέτοιων «θεαμάτων», προσέλθετε, μιας και παραστάσεις τέτοιας έκτασης σπάνια πραγματοποιούνται εκτός φεστιβαλικών προγραμμάτων.
Το Μετά θα παίζεται για 5 ακόμα βράδια.

«Βυρσοδεψείο»
Ορφέως 174, Βοτανικός
Ημέρες παραστάσεων : 1 Οκτωβρίου-30 Οκτωβρίου ( Τετάρτη με Κυριακή )
Ώρα έναρξης: 21.00 Διάρκεια : 2 ώρες
Εισιτήριο: 12 ευρώ
Τηλ. Κρατήσεων: 6946490406


24/09/2011

Μια από τα ίδια | Επιχορηγήσεις ελεύθερου θεάτρου 2011-2012

Χθες το απόγευμα προωθήθηκε στο email μου από φίλο σκηνοθέτη ένα μήνυμα από την Διεύθυνση Θεάτρου και Χορού του Υπουργείου Πολιτισμού που έλεγε τα εξής:

Σας ενημερώνουμε ότι η Γνωμοδοτική Επιτροπή Θεάτρου έχει ξεκινήσει τη διαδικασία αξιολόγησης των αιτήσεων επιχορήγησης για τη θεατρική περίοδο 2011-2012.
Για τη διευκόλυνσή των μελών της Επιτροπής, προκειμένου να παρακολουθούν τις παραστάσεις που παρουσιάζονται, σας κοινοποιούμε τα ονόματα και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις τους.
(για προφανής λόγους έχω αφαιρέσει τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις τους)

Τσατσούλης Δημήτρης, Πρόεδρος

Μέλη:
Αρφαρά Κάτια
Γκόνης Θοδωρής
Κονδυλάκη Δήμητρα
Μουντράκη Ειρήνη
Ρόζη Λίνα

Ξεκινώντας τη θητεία του στο Υπουργείο Πολιτισμού ο κος Παύλος Γερουλάνος φάνηκε να θέλει να δημιουργήσει μια ρήξη με το μέχρι τότε κατεστημένο των επιχορηγήσεων. Κατήργησε το ΕΚΕΘΕΧ (Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού) που, παρά τις αρχικές προθέσεις των δημιουργών του, κρατούσε τις «παραδόσεις» των σχέσεων «ανταποδοτικότητας» και δεν είχε το παραμικρό ψήγμα προγραμματισμού και στρατηγικής και στη συνέχεια αρνήθηκε να δει τις ομάδες επιχορηγούμενων και μη θιάσων που του χτυπούσαν την πόρτα κάθε τρεις και λίγο.

Παράλληλα, θέσπισε το Μητρώο Φορέων στο οποίο κάθε φορέας (θέατρο, θίασος κλπ) όφειλε να εγγραφεί και μέσω αυτού να καταθέτει ηλεκτρονικά τις προτάσεις επιχορήγησης. Πρόοδος θα έλεγε κανείς. Στη συνέχεια, η ομάδα του κάθισε και είδε εξ’αρχής την προκήρυξη για επιχορηγήσεις και συνέταξε μια νέα φόρμα υποβολής αιτήσεων στα πλαίσια (ίσως και ολίγον copy-paste) του προγράμματος Culture της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μέχρι εδώ όλα καλά. Από εδώ και πέρα, όμως, τα πράγματα αρχίζουν να φαίνονται όλο και λιγότερο αισιόδοξα, λογικά και «διαφανή» (για να χρησιμοποιήσουμε την προσφιλή έκφραση-παντιέρα της κυβέρνησης ΓΑΠ).

Ας ξεπεράσουμε κατ’ αρχάς τον σουρρεαλισμό του γεγονότος ότι προκηρύχθηκαν επιχορηγήσεις για το ελεύθερο θέατρο για την σαιζόν 2011-2012 εν μέσω κρίσης. Πληροφοριακά αναφέρω ότι για την προηγούμενη σαιζόν [2010-2011] δεν προκηρύχθηκε και δεν δόθηκε τίποτα παρά μόνο κάποια μικροποσά για φεστιβάλ και ημερίδες και ότι ακόμα δεν έχουν αποπληρωθεί οι επιχορηγήσεις της σαιζόν 2009-2010.

Στην ημερίδα που οργανώθηκε στις αρχές Ιουλίου για την ενημέρωση των θιάσων και θεάτρων σχετικά με την νέα προκήρυξη και το νέο καθεστώς αξιολόγησης, οι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Θεάτρου και Χορού ήταν κάθετοι ως προς τα εξής: Η επιτροπή αξιολόγησης θα συγκροτείτο μέσα στο καλοκαίρι (!), θα αξιολογούσε τις προτάσεις και θα έβγαζε τα αποτελέσματα των επιχορηγήσεων μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου (!!) και μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, δηλαδή πριν την έναρξη της θεατρικής σαιζόν, θα εκταμιευόταν η πρώτη δόση (το 1/3) της όποιας επιχορήγησης (εδώ τα πολλά θαυμαστικά!!!).

Όλοι με όσους είχα μιλήσει τον Ιούλιο χασκογελούσαν με τα όσα ειπώθηκαν σε εκείνη την ημερίδα. Γιατί, πραγματικά, ποιος νοήμων άνθρωπος που έχει συνείδηση ότι κατοικεί στην χώρα που για 3 και πλέον μήνες το καλοκαίρι δεν κινείται τίποτα, θα πίστευε ποτέ ότι όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σε λιγότερο από 2 μήνες;

Όπως και συνέβη. Ο Σεπτέμβριος μπήκε και δεν υπήρχε κανένα νέο σχετικά με τις επιχορηγήσεις.

Και έρχεται η παραπάνω επιστολή να μας υπενθυμίσει όχι μόνο το ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει σε αυτή τη χώρα, αλλά και το ότι είτε μας θεωρούν ηλίθιους, είτε η νοημοσύνη των όσων μας διοικούν είναι τελικά πολύ χαμηλότερη από το αναμενόμενο και δεν καταλαβαίνουν πότε φάσκουν και αντιφάσκουν.

Και εξηγούμαι:
Η επιστολή καλεί τους έχοντες υποβάλει αίτηση να «καλέσουν» τον πρόεδρο και τα μέλη της Γνωμοδοτικής επιτροπής στην παράστασή τους. Άρα:

α) κάνουμε πλέον καθολικό το παιχνιδάκι αυτών που ωθούνται κλαίγονται, τηλεφωνούν και παρακαλάνε να λάβουν ένα όποιο ποσό από το ΥΠΠΟΤ, και,

β) επαναλαμβάνεται το καθεστώς όπου οι επιχορηγήσεις μάλλον επιβραβεύσεις είναι, αφού η επιτροπή έχει πρώτα δει τις παραστάσεις ή έχει ακούσει τα όποια σχόλια πριν βγάλει τα αποτελέσματα.

Επιπλέον έχω κάποιες απορίες σχετικά με την φύση της Γνωμοδοτικής Επιτροπής καθεαυτής. Φυσικά και είμαι της γνώμης ότι σε μια τέτοια επιτροπή πρέπει να υπάρχουν και άνθρωποι που ασχολούνται με την θεατρική πράξη (practicioners) και όχι μόνο θεωρητικοί του κλάδου. Αλλά θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι αυτονόητο το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που συμμετέχει σε μια τέτοια επιτροπή οφείλει για την περίοδο που βρίσκεται σε αυτή να μην εργάζεται σε θέση που μπορεί έμμεσα ή άμεσα να ωφεληθεί.

Ο μεν κύριος Τσατσούλης και η κα Ρόζη είναι θεωρητικοί/ ακαδημαϊκοί του κλάδου, αμφότεροι στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πάτρας αν δεν με απατά η μνήμη μου. Έχει καλώς. Ο κος Γκόνης, σκηνοθέτης, είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών. Θα μου πείτε ότι τα ΔΗΠΕΘΕ παίρνουν ούτως ή άλλως χρήματα από το κράτος και δεν ανήκουν στο ελεύθερο θέατρο. Όπως και το Εθνικό Θέατρο στο οποίο εργάζεται η κα Μουντράκη στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων. Η κα Αρφαρά; Που είναι υπεύθυνη του τομέα θεάτρου και χορού της νεοσύστατης Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση;

Θα μου πείτε ότι όλοι έχουν το κομμάτι τους – δια της ευθείας οδού – στην  πίτα των κρατικών επιχορηγήσεων, οπότε ποιος ο λόγος για όλα αυτά; Επιτρέψτε μου εδώ να επισημάνω ότι η νέα προκήρυξη επιχορηγήσεων πριμοδοτεί τις συνεργασίες ομάδων & χώρων και τις περιοδείες εσωτερικού (βλέπε δηλ. συμπαραγωγές της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, καθώς και τις περιοδείες σε επαρχιακές πόλεις όπου το μόνο πρόσφορο έδαφος να βρει κανείς στέγη είναι τα ΔΗΠΕΘΕ.)

Δεν ψέγω καν τους παραπάνω κυρίους. Ποιος αντιτίθεται σε μια τόσο τιμητική θέση και σε ένα συμπληρωματικό ποσό στην κανονική του μισθοδοσία; Ποσό που, βέβαια, θα τους βγει από τη μύτη μιας και δεν θα τους αφήσει κανείς σε ησυχία.

Αλλά, τέλος, για ποιόν ακριβώς λόγο ξεβολευτήκαμε από το ΕΚΕΘΕΧ που ήδη είχε μια δομή και κάπως λειτουργούσε για να ξανακάνουμε ακριβώς τα ίδια;
Και με ποιόν ακριβώς τρόπο θα μάθει η νέα γενιά σκηνοθετών και ηθοποιών να μην λειτουργεί με ακριβώς αυτήν την (παραδοσιακά ελληνική) μέθοδο;

19/09/2011

Τα δύο άκρα

Μήδεια (Α. Αντύπας) & Ηρακλής Μαινόμενος (Μ. Μαρμαρινός)

Σε διάστημα ελάχιστων ημερών είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω δύο παραστάσεις τόσο διαμετρικά αντίθετες ως προς την αισθητική και την προσέγγισή τους που συνοψίζουν τις θέσεις του θεάτρου στην Ελλάδα σήμερα. Παραστάσεις που συγκέντρωσαν τόσο την προσοχή των ‘ειδικών’, όσο και το κοινό – την Μήδεια σε σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα και τον Ηρακλή Μαινόμενο σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού.

Η επιλογή των έργων και μόνο θέτει τις βάσεις στις διαφορές τους. Η Μήδεια, έργο αγαπημένο, πολυπαιγμένο. Ογκόλιθος για την ηθοποιό που θα την ερμηνεύσει. Από την άλλη, ο Ηρακλής Μαινόμενος του Ευριπίδη, κείμενο ελάχιστα ανεβασμένο (Μουζενίδης, Τερζόπουλος και τώρα Μαρμαρινός) και ελάχιστα γνωστό.

Και οι δύο σκηνοθέτες ευτύχισαν να έχουν στα χέρια τους σημαντικούς ηθοποιούς του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Ανθρώπους που δεν έχουν διστάσει να τσαλακωθούν στο παρελθόν και πάντοτε δεκτικούς στη διαφορετικότητα. Μουτούση, Ήμελλος, Λεμπεσόπουλος, Νταλιάνης στην πρώτη, Χατζησάββας, Καραθάνος, Καραμπέτη, Γάλλος, Γουλιώτη στη δεύτερη.

Ο Αντώνης Αντύπας έστησε μια παράσταση κλασσική, στρωτή και καθαρή, όπως πάντα. Με σκηνικό ένα εγκαταλελειμμένο κουφάρι πλοίου του Γιώργου Πάτσα, όλος ο θίασος ήταν παραταγμένος μπροστά στο κοινό, έτοιμος να μπει στον «κύκλο της δράσης» (κυριολεκτικά και μεταφορικά) όταν το όριζε το κείμενο. Σκηνικό, κουστούμια, μουσική (Καραΐνδρου) και κίνηση (Στελλάτου) ενιαίας κατεύθυνσης. Μια παράσταση ομοιογενής ως προς την πρόθεσή της (την απόδοση του κειμένου), και το αποτέλεσμα με μοναδική «ανομοιογένεια» τη Μήδεια την ίδια. Η Αμαλία Μουτούση, προερχόμενη από συνεργασίες με σκηνοθέτες άλλης σχολής, δεν θέλησε (μάλλον) να ταιριάξει στην τόσο κλασσική προσέγγιση της σκηνοθεσίας. Η Μήδεια της απείχε πολύ από την ογκολιθική, κτητική και μητριαρχική μορφή που συνηθίζουμε να βλέπουμε. Προσωπικά δεν είχα ποτέ την τύχη να δω μια πιο στέρεα και με λογική εξέλιξη απόδοση του ρόλου. Ο ανθρώπινος χαρακτήρας της ηρωίδας και οι μεταπτώσεις του ήταν παρούσες, το κείμενο δουλεμένο λέξη προς λέξη, με σημαντικό στήριγμα την πραγματικά συγκλονιστική μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά.

Στον αντίποδα της Μήδειας, ο Ηρακλής. Με βάση ένα κείμενο του Ευριπίδη που φανερώνει την συχρονικότητά του με τον Ιπποκράτη και τους σοφιστές και την μετάφραση που έκανε ο σκηνοθέτης με τον Γιώργο Μπλάνα, ο Μαρμαρινός δημιούργησε μια παράσταση με πρωταγωνιστή τον χορό. Συνεχίζοντας τη επίμονη εργασία του πάνω στην ‘συλλογικότητα’ του θιάσου του, στην αφήγηση και την χορικότητα, ο Ηρακλής του δημιούργησε ένα σύμπαν εντυπωσιακά επίκαιρο. Ο χορός, από αμήχανα ιντερμέδια που συνήθως είναι σε παραστάσεις αρχαίου δράματος, ήταν στη συγκεκριμένη παράσταση διαρκώς παρών, με ενέργεια και δύναμη (πραγματικά υπέροχο το χορικό με τους άθλους του ήρωα). Την τελευταία δεκαετία μια ακόμη παράσταση είχε τόσο συγκεκριμένη πρόταση ως προς τον χορό, η Αντιγόνη του Γιώργου Κιμούλη (2001). Ο Μηνάς Χατζησάββας (Αμφιτρύων), ο Γιώργος Γάλλος (Λύκος), η Στεφανία Γουλιώτη (Ίρις) και η μουσική του Δημήτρη Καματωτού ήταν επίσης λιτά καθηλωτικοί σε ένα σύνολο που σίγουρα θα μείνει στην μνήμη όσων το είδαν.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι παραστάσεις σαν την Μήδεια του Αντώνη Αντύπα οφείλουν να παρουσιάζονται κάθε χρόνο, όμως δεν μπορώ παρά να ενθουσιάζομαι με τις επιλογές του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο που προσπαθεί σταθερά να εντάσσει στον προγραμματισμό του παραστάσεις «μεταιχμιακές», μη «σίγουρες». Και δεν αναφέρομαι σε δουλειές που παρουσιάζονται στις κλειστές αίθουσες της κρατικής σκηνής, όσο στις επιλογές του για τις καλοκαιρινές περιοδείες του Εθνικού. Επιλογές που, εκ προοιμίου, απευθύνονται σε μεγαλύτερες μάζες κοινού. Μαζί με τον περσινό Ορέστη που σκηνοθέτησε ο ίδιος, ο Ηρακλής (θα ήθελα να) πιστεύω ότι θα ανοίξει νέα μονοπάτια στο πως αντιμετωπίζεται το αρχαίο δράμα στον 21ο αιώνα.

Οι τελευταίες παραστάσεις του Ηρακλή Μαινόμενου:
22/9   Λάρισα, Κηποθέατρο Αλκαζάρ
25/9   Νέα Σμύρνη, Άλσος Νέας Σμύρνης

12/09/2011

(Επανα)Χαρτογραφώντας την Αθήνα;

Από το 1996 που ο Δάκης Ιωάννου παρουσίασε την συλλογή του στο Εργοστάσιο της Σχολής Καλών Τεχνών έχουν αλλάξει αρκετά τα δεδομένα της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα - κυρίως ως προς την απήχηση που έχουν στο κοινό. Ειδικά από το 2007, χρονιά της πρώτης Μπιενάλε της Αθήνας, όλο και περισσότερος κόσμος παρακολουθεί τα όσα συμβαίνουν - εκθέσεις, περφόρμανς, live art, εγκαταστάσεις. Έτσι, το φετινό φθινόπωρο παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον για τον χώρο των εικαστικών, καθώς αναμένεται η τρίτη εκδοχή της Μπιενάλε και η, παράλληλή της από την αρχή, εκδήλωση, το ReMap των περιοχών Μεταξουργείου και Κεραμεικού.

Από το 2007 που πρωτοπαρουσιάστηκε το ReMap η περιοχή έχει αλλάξει πολύ. Το Μεταξουργείο και, ιδιαίτερα, ο Κεραμεικός πάντα μου φαίνονταν ιδιαίτερες γειτονιές. Η χαμηλή δόμηση, τα κτήρια, ο χαρακτήρας τους. Μικρότερη (θέλεις η ανωριμότητα, της ηλικίας, θέλεις το γεγονός ότι η Αθήνα ήταν κάποτε ασφαλής πόλη) σεργιάνιζα με τα πόδια τους δρόμους τους. Πέρναγα με τα πόδια από την οδό Μενάνδρου για να πάω στο Εθνικό. Περπάταγα μέχρι το θέατρο Άττις του Τερζόπουλου. Όσο η περιοχή γύρω από την Ομόνοια άρχιζε να αλλάζει, τόσο δυσκόλευαν και αυτές οι γειτονιές - πρώτα το Μεταξουργείο και, λίγο αργότερα, ο Κεραμεικός.

Η σκοτεινιά της περιοχής το 2007 είχε περισσότερο να κάνει με τα εγκαταλελειμμένα κτήρια, τις “καταλήψεις” τους από άστεγους, τους οίκους ανοχής. Τώρα, δυστυχώς, είναι γεμάτη από ναρκομανείς - χρήστες που βρίσκουν καταφύγιο στα πεζοδρομημένα σοκάκια και τα άδεια κτήρια, χρήστες που πηγαίνουν από τη μια μεριά της Πειραιώς στην άλλη, ανάλογα με την κάθε δήθεν “επιχείρηση- σκούπα” της Δημοτικής Αστυνομίας, καταστραμμένοι άνθρωποι που καραδοκούν να σου κλέψουν το ποδήλατο, την τσάντα, το κινητό, το μηχανάκι.

Το ReMap ξεκινώντας “αποσκοπούσε ..[στην] εξερεύνηση της ταυτότητας της συγκεκριμένης περιοχής και την αναθεώρηση του τρόπου χρήσης ιδιωτικών και δημόσιων χώρων”. Πολλά είχαν ακουστεί από την αρχή για αυτή την “αναθεώρηση” χρήσης των χώρων- μομφές για το πως κατέληξαν οι πρώτοι συμμετέχοντας στο ReMap να χρησιμοποιήσουν τα εγκαταλελειμμένο κτήρια, μομφές για εξώσεις άστεγων, για την αλλοίωση του πολιτισμικού ιστού της περιοχές.

Αποδέκτης των όποιων σχολίων ο Ιάσων Τσάκωνας. Ο άνθρωπος πίσω όχι μόνο από το ReMap, αλλά και από την ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά, έχει δεχτεί πολλές επικρίσεις  για την δράση του στη περιοχή - για το γεγονός ότι έχει αγοράσει ένα πραγματικά εντυπωσιακό αριθμό ακινήτων, ότι έχει προσπαθήσει να υποκαταστήσει την όποια αρχή αναθέτοντας πολεοδομικές μελέτες σε αρχιτεκτονικά γραφεία, ότι μέσω των ReMap και ΚΜ προσπαθεί να αναβαθμίσει την περιοχή και, κατά συνέπεια, τα ακίνητά του.

Αν τα δεχτούμε όλα αυτά ως δεδομένα τι μπορεί κανείς να πει παραπάνω; Ποιον μπορεί στα αλήθεια να κατηγορήσει; Αν όλα αυτά όντως ισχύουν, μάλλον ο Ιάσων Τσάκωνας είναι μια εξαιρετική περίπτωση επιχειρηματία. Γιατί το πρόβλημα της επικινδυνότητας της περιοχής, της διατήρησης μιας από τις τελευταίες γειτονιές της Αθήνας, του πολεοδομικού της ιστού και της συνύπαρξης παλαιών και νέων κατοίκων δεν είναι σίγουρα αντικείμενα που αφορούν έναν ιδιώτη. Είναι θέματα που οφείλουν να αφορούν όχι μόνο τον εκάστοτε δήμο, αλλά, κυρίως, τον πολεοδομικό σχεδιασμό της πόλης.

Το Μεταξουργείο και ο Κεραμεικός είναι το τελευταίο στοίχημα της Αθήνας. Η περιοχή του Ψυρρή, το Γκάζι και το Θησείο έχουν αλλοιωθεί από την έλλειψη συγκροτημένου πολεοδομικού σχεδιασμού με παράλληλη εφαρμογή πολλαπλών επεμβάσεων. Οι πεζοδρομήσεις σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη μέτρου στις αδειοδοτήσεις καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και την καθυστερημένη έκδοση διατάγματος χρήσεων της κάθε περιοχής (αλήθεια, γιατί;;) έχουν ουσιαστικά εκδιώξει τόσο τους κατοίκους, όσο και τις μικρές επιχειρήσεις και τους μικροβιοτέχνες από αυτές τις περιοχές. Τρία συνορεύοντα λούνα παρκ με παρεμφερή αισθητική έχουν δημιουργηθεί από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 - καφέ, ρακομελάδικα, μπαρ, εστιατόρια, μεζεδοπωλεία.

Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν ακολουθήθηκε σε αυτές τις περιοχές το παράδειγμα της Πλάκας, με  την αυστηρή εφαρμογή του Διατάγματος Χρήσεων, την εγκατάσταση εκεί Πολεοδομικού Γραφείου, αρμόδιου να ελέγχει μόνο αυτήν την περιοχή, και την οργάνωση επιπρόσθετων παρεμβάσεων (εκτός των συγκοινωνιακών ρυθμίσεων και πεζοδρομήσεων), λ.χ. την εγκατάσταση κρατικών και άλλων υπηρεσιών, την παροχή ουσιαστικών κινήτρων στους ιδιοκτήτες των διατηρητέων ,την ενίσχυση μικροβιοτεχνιών κλπ.

Ο Κεραμεικός και το Μεταξουργείο έχουν ακόμα την δυνατότητα να “σωθούν”. Είναι παράδοξο, αλλά το γεγονός το ίδιο ότι είναι “μη ασφαλείς” περιοχές είναι αυτό που τις έχει σώσει από το να γίνουν άλλο ένα  “σούπερ μάρκετ”. Οι επιχειρήσεις της περιοχής δεν είναι ενός κλάδου και μόνο - εκτός από χώρους εστίασης, υπάρχουν (έστω και λιγοστά) καταστήματα, υπάρχουν θέατρα, χώροι πολιτισμού, ακόμα και η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων. Εκτός από τους παλαιούς κατοίκους, υπάρχουν και αρκετοί νέοι που έχουν μετακομίσει πρόσφατα.

Όλοι αυτοί - κάτοικοι, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες - βρίσκονται εκεί σε πείσμα της κατάστασης. Γιατί, στ’ αλήθεια, η καθημερινότητα στους δρόμους των δύο αυτών περιοχών χειροτερεύει καθημερινά. Δεν υπάρχει πιο δυσάρεστο συναίσθημα από το να μην νοιώθεις ασφαλής να βγεις από το σπίτι σου, να μην νοιώθεις ασφαλής να πας στη δουλειά σου.  

Δεδομένων αυτών, τα σχέδια, πλάνα ή επιδιώξεις του Ιάσονα Τσάκωνα για την περιοχή, απέχουν μακράν από το να είναι η χειρότερη εκδοχή. Η χρονική συγκυρία αυτού του ReMap είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντική. Είναι, ίσως, η τελευταία ευκαιρία να πέσει το φως των ΜΜΕ (γιατί από εκεί δεν ξεκινούν όλα;) στην περιοχή πριν αυτή βυθιστεί τελείως μαζί με τους “παράνομους” επισκέπτες που περιδιαβαίνουν τους δρόμους της.

Διατηρώ μεγάλη απαισιοδοξία για την δυνατότητα ενός επιχειρηματία ή μερικών πολιτιστικών χώρων μόνο να ανατρέψουν μια κατάσταση που έχει τις βάσεις της στην αδιαφορία του κρατικού μηχανισμού δεκαετίες τώρα και στα κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να παρακολουθήσω τις εξελίξεις ελπίζοντας για το καλύτερο. Θα έρθει;

Το  πλήρες πρόγραμμα του ReMap μπορείτε να το βρείτε στο http://www.remapkm.org/

Τα εγκαίνια της έκθεσης είναι τη Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου και θα διαρκέσει μέχρι την Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011.

08/09/2011

Αντί απολογισμού… Καλοκαίρι 2011 

Ενώ πλησιάζει το τέλος του φετινού θεατρικού καλοκαιριού, νοιώθει κανείς την ματαιότητα του να σχολιάσει τα όσα παρουσιάστηκαν τους τελευταίους μήνες στις σκηνές της Αθήνας και της επαρχίας. Ματαιότητα που πηγάζει τόσο από την γενική κρίση της οικονομίας και του Ελληνικού κράτους, όσο και από την έλλειψη διαχρονικού και μακροπρόθεσμου πολιτιστικού σχεδιασμού – τουλάχιστον από την περίοδο της μεταπολίτευσης. 

Όσο πιο πολύ έρχεται σε επαφή κανείς με τις ξένες πολιτιστικές βιομηχανίες (industries), τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι πραγματικά δεν υπάρχει καμία μέριμνα, καμία σκέψη, κανένας σχεδιασμός σε ότι συμβαίνει. Φέροντας το ειδικό βάρος της αρχαίας (μας) κληρονομιάς, τόσο οι υπουργοί και οι ιθύνοντες, όσο και η μεγαλύτερη μερίδα των καλλιτεχνών δυσκολεύεται να λειτουργήσει κοιτώντας μπροστά. Επίσης δυσκολεύεται να λειτουργήσει οργανωμένα, με στόχους και συγκεκριμένο πλάνο. Με εξαίρεση κάποιες (πολύ συγκεκριμένες) θεατρικές σκηνές και σχήματα που διαθέτουν (κάποια) σαφή κατεύθυνση και (ενδεχομένως) αναπτυξιακό πλάνο, η πλειοψηφία των πολιτιστικών “προϊόντων” που παράγονται τα τελευταία χρόνια είναι παραστάσεις ατάκτως ειρημένες σε ένα πεδίο όπου υπάρχει υπερπροσφορά του είδους. 

Χρόνια τώρα βαυκαλιζόμαστε ότι είμαστε η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με τα περισσότερα θέατρα. Κάθε Ιούνιο βγαίνουν από τις δραματικές σχολές εκατοντάδες νέοι ηθοποιοί, όπως επίσης και αναρίθμητοι θεατρολόγοι. Προς τι; Τα περισσότερα θέατρα απευθύνονται στην καλύτερη των περιπτώσεων σε “θιασάρχες”- πρωταγωνιστές, πιο συνηθισμένα , δε, σε “άστεγες” ομάδες νέων καλλιτεχνών που ρίχνουν στις παραστάσεις τους τα χρήματα που βγάζουν από τις άλλες, τις “κανονικές” τους δουλειές. Οι περισσότεροι νέοι ηθοποιοί συμμετέχουν σε αυτές τις ομάδες και τα πρωινά σερβίρουν καφέδες και μπύρες στα μπαρ του κέντρου. Ας μην μιλήσουμε για τους θεατρολόγους, μιας και η συντριπτική τους πλειοψηφία εγκαταλείπει εξ’ ολοκλήρου τον κλάδο και ασχολείται με κάτι τελείως διαφορετικό. 

Αν αναλογιστεί κανείς την μεθοδικότητα και την στρατηγική με την οποία προωθούν διάφορα ευρωπαϊκά κράτη τα πολιτιστικά τους “προϊόντα” (εντός και εκτός εισαγωγικών) μόνο θλίψη μπορεί να τον πιάσει. Η Μεγάλη Βρετανία, παραδείγματος χάρη, έχει αναγάγει το θέατρο στην πιο προσοδοφόρα βιομηχανία της. Εκτός από το West End, στο οποίο συρρέουν οι τουρίστες του Λονδίνου καθημερινά, ένα ολόκληρο σύστημα προώθησης των λιγότερο “mainstream” παραστάσεων έχει δομηθεί με εξαιρετικά αποτελέσματα. Διάφορα φεστιβάλ εντός και εκτός Λονδίνου, ομάδες που περιοδεύουν συστηματικά, workshops, ομιλίες. Δε με αφορά πραγματικά αν αυτό γίνεται ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής ιστορίας της Αγγλίας. Το αποτέλεσμα μετρά – ότι, δηλαδή, έχουμε πλέον όλοι πειστεί ότι οτιδήποτε καινοτόμο στον χώρο του θεάτρου ξεκινά από εκεί. Όπως, επίσης, και, πρακτικά, ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών βιοπορίζεται από αυτόν τον κλάδο. 

Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα εδώ τεκταινόμενα; Για το σύστημα επιχορηγήσεων που για 30 χρόνια δημιούργησε και έθρεψε θιάσους χωρίς καμία αίσθηση εμπορικότητας (και δεν αναφέρομαι στην καλλιτεχνική εμπορικότητα, αλλά στο γεγονός ότι ένας χώρος οφείλει να υπολογίζει και στο box office του, όπως επίσης οφείλει να ψάχνει και άλλες πηγές χρηματοδότησης εκτός των κρατικών!); Ότι το ίδιο σύστημα επιχορηγήσεων λειτουργούσε όπως και το ίδιο το ελληνικό κράτος, με σχέσεις ανταποδοτικότητας; Ή ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που έκριναν τις προτάσεις αξιολόγησης είχαν από ελάχιστη ως ανύπαρκτη επαφή με το “τώρα” του θεάτρου παγκοσμίως; 

Όσο δημιουργικό και ενδιαφέροντα προγραμματισμό και αν κάνει ο Γιώργος Λούκος στο Φεστιβάλ Αθηνών και ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Εθνικό Θέατρο, και όσο προς τα έξω και αν κοιτάνε χώροι όπως το Bios και, από πέρσυ, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, αν δεν αλλάξει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε και διαχειριζόμαστε τον σύγχρονο πολιτισμό, δυστυχώς ελάχιστα μπορούν να αλλάξουν. Και μέχρι τότε θα αναλωνόμαστε στην καλύτερη των περιπτώσεων στο πόσο καλή ήταν η Αμαλία Μουτούση ως Μήδεια στην φετινή παράσταση του Αντώνη Αντύπα ή στο αν το “Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού” του Ρομέο Καστελλούτσι είναι θεατρική παράσταση ή live art. 

Καλή θεατρική σαιζόν!