Μαμά, η Στέγη
Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση έχει καταφέρει κάτι θαυμαστό μέσα στον 1.5 χρόνο λειτουργίας της – την δημιουργία της πιο ποικιλόμορφης βάσης κοινού που μπορεί να συναντήσει κανείς σε οποιονδήποτε χώρο στην Αθήνα.
Περνώντας κανείς έξω από το κτήριο, λίγο πριν ανοίξει για το κοινό, φανταζόταν ότι η Στέγη θα ήταν κάτι σαν το Μέγαρο του 2010. Ένα Μέγαρο και για τη μουσική και για το θέατρο.
Μέχρι στιγμής, όμως, τόσο ο προγραμματισμός των εκδηλώσεων, όσο και οι ίδιοι οι θεατές έχουν αποδείξει το αντίθετο. Αν βρεθεί κανείς σε κάποια παράσταση ή συναυλία, πιθανότατα να νοιώσει ένα συναίσθημα παρεμφερές με αυτό του να βρίσκεσαι σε παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών – κυρίες με πέρλες, νέοι με αθλητικά, άντε και κανένα ποδήλατο, μπύρες και τσιγάρα στο χέρι λίγο πριν την είσοδο στο χώρο.
Όλα αυτά, βέβαια, με ένα φόντο που παραείναι κυριλέ για τα γούστα της υποφαινόμενης (ίσως ΚΑΙ για το προφίλ που γίνεται προσπάθεια να προωθηθεί), αλλά δεν είναι αυτό το προς συζήτηση θέμα.
Ο προγραμματισμός της Στέγης μέχρι στιγμής βρίσκεται σε ένα αρκετά ευφυές μεταίχμιο εμπορικού και πειραματικού – ή καλύτερα πειραματικού που πλέον λόγω χρόνων παρουσίας στο χώρο ή μαζικής αποδοχής του κοινού τείνει να γίνει εμπορικό.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκαν και οι παραστάσεις δύο κειμένων της Μαργαρίτας Καραπάνου «Μαμά – η ζωή είναι αγρίως απίθανη» σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου. Κείμενα της Καραπάνου οφείλω να ομολογήσω πως δεν είχα διαβάσει, αλλά παραστάσεις της Άντζελας Μπρούσκου έχει τύχει να δω πολλές.
Τα συστατικά στοιχεία του όλου πονήματος είχαν ενδιαφέρον – κυρίως η επιλογή ενός κειμένου ελληνικού, αλλά όχι θεατρικού, για παράσταση στην κεντρική αίθουσα της Στέγης (χωρητικότητας 880 θέσεων). Επιλογής πολύ συγκεκριμένης και στοχευμένης, όπως είπε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Παπαδημητρίου, σε συνέντευξή του στην Athens Voice: «Πρέπει οι καλλιτέχνες να ξεφύγουν από τη μιζέρια, από τη διάθεση να κάνουν το μικρό. Τους είπα ή στη μεγάλη σκηνή ή δεν θα το κάνετε καθόλου» (τεύχος 1/12/11).
Η Άντζελα Μπρούσκου είναι μια σκηνοθέτης που θα μπορούσε να φέρει σε πέρας το εγχείρημα – ανήκει ακόμα στο «πειραματικό» (εναλλακτικό, ερευνητικό – πείτε το όπως θέλετε) θέατρο, αλλά έχει αρκετές ώρες πτήσης σε μεγάλους χώρους και έχει τύχει σημαντικής αποδοχής από τα ΜΜΕ. Στα «συν» της συνταγής η Μόνικα, νεαρή μουσικός που τα τελευταία χρόνια έχει γεμίσει από μικρούς χώρους μέχρι και το Θέατρο Βράχων σε συναυλίες της και έχει κάνει (σχεδόν) τους πάντες να ασχοληθούν μαζί της.
Το τρίπτυχο Καραπάνου, Μπρούσκου, Μόνικα και το δυναμικό τμήμα επικοινωνίας της Στέγης γέμισαν τοίχους και σελίδες εφημερίδων και περιοδικών με αφίσες και δημοσιεύματα. Όπως επίσης ΚΑΙ την μεγάλη σκηνή του χώρου σχεδόν όλες τις ημέρες παραστάσεων.
Παρ΄ όλα αυτά, κάτι δεν κόλλησε. Η δραματουργική επεξεργασία των κειμένων από τις δύο πρωταγωνίστριες (Μπρούσκου και το alter-ego της, Παρθενόπη Μπουζούρη) παρουσίασε αρκετά κενά. Το ίδιο και η διαρκής εναλλαγή των ρόλων μητέρας και κόρης από τις δύο ηθοποιούς που δεν ήταν πάντοτε σαφής.
Τα στοιχεία που θεωρώ τα πιο ενδιαφέροντα στην εκτέλεση της συγκεκριμένης παραγωγής είναι ο χώρος που δημιούργησε ο Γκάι Στεφάνου – μια σκηνική εγκατάσταση με ανδρικές κούκλες στημένες ατάκτως πάνω στη σκηνή μαζί με πολλούς καθρέφτες – και η ερμηνεία της Παρθενόπης Μπουζούρη, μιας ηθοποιού που κάθε φορά ανταποκρίνεται στις προκλήσεις που της τίθενται. Αυτό που όμως κρατώ πιο πολύ είναι η θέση της Στέγης απέναντι σε αυτή την παραγωγή (και, εικάζω, στο σύγχρονο Ελληνικό θέατρο).